Προβλήματα είχαν κάποιοι συμπολίτες μας Γιαννιτσώτες, εδώ και μερικούς μήνες, όταν ήρθε η ώρα να παραλάβουν την ανανέωση τού ασφαλιστηρἰου τών αυτοκινήτων τους. Αντί αυτού, λάμβαναν επιστολή ακύρωσης τού συμβολαίου λόγω μή εξώφλησης.
Ήταν ασφαλισμένοι σε παλαιό ασφαλιστικό γραφείο τής πόλης μας και είχαν πληρώσει προκαταβολικά μετρητοίς στον υπεύθυνο τού γραφείου.
Επικοινωνήσαμε με τα γραφεία που διαθέτει η μεγάλη αυτή ασφαλιστική εταιρεία και στη Θεσσαλονίκη. Υπεύθυνος προϊστάμενος τών γραφείων μάς ενημέρωσε ότι βρίσκονται σε δικαστική διαμάχη με τον Γιαννιτσώτη ασφαλιστή, διότι δεν μετέφερε τα χρήματα στον λογαριασμό τής Εταιρείας.
Ο υπεύθυνος τού γραφείου μάς διαβεβαίωσε ὀτι οι πελάτες δεν πρέπει να ανησυχούν. Όσοι έχουν απόδειξη πληρωμής, έστω και απλή χειρόγραφη απόδειξη απο τον πρώην συνεργάτη τους, τότε η Εταιρεία τούς καλύπτει πλήρως. Αυτοί που πλήρωσαν προκαταβολικά αλλά δεν πήραν απόδειξη, δυστυχώς έχουν χάσει τα χρήματά τους.
27 July 2014
08 December 2013
«Μία δημοκρατία δὲν ποινικοποιεῖ τὸν κακὸ λόγο, ἀλλὰ ἐκπαιδεύει τὸν πολίτη της νὰ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ ἄσχημο.»
Γράφει ὁ Ἰωακεὶμ
Α. Χατζητιμοθεάδης
Ὁ ρατσισμὸς εἶναι
ἕνα πανάρχαιο φαινόμενο τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Ὅλα σχεδὸν τὰ κράτη ἐπιθυμοῦν
τὴν ἐξάλειψη αὐτῆς τῆς ἀπάνθρωπης συνήθειας ἀπὸ τὶς κοινωνίες των. Εἶναι κάτι
ποὺ ἔχει ἐπηρεάσει κάθε γωνιὰ τοῦ πλανήτη μας, ὅπου ζοῦν ἄνθρωποι.
Ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα περιστατικὰ ρατσισμοῦ
εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ ἀναφέρεται στὴ Βίβλο (Ἀριθμοὶ 12:1), ὅπου ἡ Μαριὰμ καὶ ὁ
Ἀαρῶν μίλησαν «ἐνάντια στὸν Μωυσῆ, ἐξαιτίας τῆς γυναίκας τῆς Αἰθιόπισσας, ποὺ
εἶχε πάρει· ἐπειδή, γυναίκα Αἰθιόπισσα εἶχε πάρει,…» (Καὶ ἐλάλησε Μαριὰμ
καὶ Ἀαρῶν κατὰ Μωυσῆ, ἕνεκεν τῆς
γυναικὸς τῆς Αἰθιοπίσσης ἣν ἔλαβε Μωυσῆς, ὅτι γυναίκα Αἰθιόπισσαν ἔλαβε,…).
Ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς
μπορεῖ νὰ πράξει ἡ νὰ σκεφτεῖ ρατσιστικά, σὲ κάποια στιγμὴ τῆς ζωῆς μας. Αὐτὸ
εἶναι κάτι ποὺ ἡ πολιτεία μπορεῖ νὰ τὸ ἐκλείψει, ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο, μὲ
τὴ σωστὴ παιδεία.
Ἡ Ἑλλάδα, τὸ λίκνο τῆς δημοκρατίας, εἶναι
λογικὸ νὰ μὴν ἐπιθυμεῖ οἱ Ἕλληνες νὰ σκεφτόμαστε καὶ νὰ ἐνεργοῦμε ρατσιστικὰ
ἀπέναντι στοὺς συμπολίτες μας. Τὸ δύσκολο εἶναι ὅταν ἕνα πολίτευμα ἔχει
ρατσιστικὲς πρακτικὲς . Ὅλα τα ἀπολυταρχικὰ καθεστῶτα δροῦν κατ’ αὐτὸν τὸν
τρόπο.
Μία ἀπὸ τὶς
πρακτικὲς αὐτῶν τῶν καθεστώτων εἶναι καὶ ἡ λογοκρισία. Μὲ νομοθεσίες, οἱ
κυβερνῶντες τῶν ἀκροδεξιῶν ἢ ἀκροαριστερῶν καθεστώτων ἐλέγχουν τὸν προφορικὸ
καὶ γραπτὸ λόγο τῶν ὑπηκόων. Ἐπιτρέπεται μόνον ὁ λόγος ποὺ εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ
πιστεύω τῶν «ἀρχόντων» τοῦ πολιτεύματος.
Κάτι παρόμοιο
προσπαθεῖ νὰ κάνει καὶ ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία μὲ τὸ νομοσχέδιο γιὰ τὸν ρατσισμό.
Ἕνα νομοσχέδιο ποὺ δείχνει ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν εἴμαστε ἀκόμη ἕτοιμοι γιὰ τὴν
δημοκρατία.
Δημοκρατία καὶ
περιορισμὸς-ἔλεγχος τοῦ λόγου εἶναι δύο ἐντελῶς ἀντίθετα πράγματα. Μία
δημοκρατία πρέπει νὰ πλημμυρίζει ἀπὸ τὴν ἰδέα τῆς ἀπόλυτης προστασίας τῆς
ἔκφρασης τοῦ λόγου, ἀκόμη καὶ τὸν λόγο ποὺ εἶναι ἐνάντια σὲ αὐτὴ τὴ μορφὴ τοῦ
πολιτεύματος. Ὁ φασισμὸς καὶ ἄλλες παρόμοιες ἰδεολογίες ἀπαγορεύουν τὸν
ἀντίθετο λόγο, ὄχι ἡ Δημοκρατία.
Τὸ νὰ εἶναι
κάποιος δημοκράτης δὲν εἶναι εὔκολο πράγμα. Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ποῦ καυχώμαστε ὅτι
εἴμαστε δημοκράτες θὰ «ὑπερασπιζόμασταν μέχρι θανάτου τὸ δικαίωμα κάποιου νὰ
λέει κάτι μὲ τὸ ὁποῖο διαφωνοῦμε; » (Βολταῖρος).
Ἐμένα προσωπικὰ μὲ
ἐνοχλεῖ (ὅπως θὰ ἤθελα νὰ πιστεύω καὶ τὴν πλειοψηφία τῶν συμπατριωτῶν μου) ὅταν
κάποιοι ἀμφισβητοῦν τὴ γενοκτονία τῶν Ποντίων καὶ τῶν Ἑλλήνων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας,
ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ ἐπιθυμοῦσα ἕναν νόμο τοῦ κράτους ποὺ νὰ τοὺς ἀπαγορεύει νὰ τὸ
λένε. Τότε, κάθε ἄλλο παρὰ δημοκράτης θὰ ἤμουν.
Μὲ τὸ νομοσχέδιο
περὶ ρατσισμοῦ ποὺ προωθεῖ ἡ κυβέρνηση, δίνουμε τὸ δικαίωμα, ἐὰν ποτὲ πάρει τὰ
ἡνία διακυβέρνησης τῆς χώρας μας κάποιο ἀκροδεξιὸ κόμμα, νὰ μπορεῖ νὰ ψηφίσει
νομοσχέδιο ποὺ νὰ ἀπαγορεύει νὰ μιλᾶμε γιὰ τὴ γενοκτονία τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τοὺς
ναζιστὲς ἢ γιὰ τὴ σφαγὴ τοῦ Κατὺν ἀπὸ τὸν Στάλιν, ἐὰν μιλᾶμε γιὰ ἕνα
ἀκροαριστερὸ κόμμα. Σὲ τί θὰ διαφέρουμε ἀπὸ αὐτούς;
Μὲ τὴν ἴδια
λογική, σὲ κάποια μουσουλμανικὴ χώρα, ἕνα ἰσλαμικὸ καθεστὼς δικαιοῦται νὰ περιορίσει
τὴν ἔκφραση τοῦ λόγου ἐντός τῶν συνόρων τῆς χώρας του.
Ὁ λόγος, ἡ
ἐπικοινωνία εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀνθρώπινη ἀνακάλυψη καὶ δὲν περιορίζεται, ἀλλὰ
ἐκπαιδεύεται. Μία δημοκρατία δὲν ποινικοποιεῖ τὸν κακὸ λόγο, ἀλλὰ ἐκπαιδεύει
τὸν πολίτη της νὰ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ ἄσχημο.
Ἔχοντας ζήσει γιὰ
κάποια χρόνια στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες τῆς Ἀμερικῆς, μπόρεσα νὰ καταλάβω στὴν
πράξη αὐτὸ ποὺ διατύπωσε ὁ John Stuart Mill σχετικὰ μὲ τὸν ἀκραῖο καὶ ἐπιθετικὸ
λόγο, ὁ ὁποῖος «πρέπει νὰ προστατεύεται ἀκόμη καὶ ὅταν προκαλεῖ ὀδύνη», (ὅπως
τὸ προαναφερθὲν παράδειγμά μου γιὰ τὴ γενοκτονία Ἑλλήνων ἀπὸ τὸ Κεμαλικὸ
καθεστώς). Καὶ συνεχίζει ὁ Mill γράφοντας κάτι ποὺ λίγοι μποροῦμε νὰ
συνειδητοποιήσουμε, ὅτι δηλαδὴ «ὅταν ἀπαγορεύεις τὴ διατύπωση μίας ἄποψης,
εἶναι σὰν νὰ ληστεύεις τὴν ἀνθρωπότητα.»
Μία σωστὴ καὶ
δημοκρατικὴ παιδεία θὰ μᾶς κάνει δημοκράτες καὶ ἄρα νὰ ἀπεχθανόμαστε τὸν
ρατσισμὸ καὶ ὄχι οἱ νόμοι. Ὁ νόμος μπορεῖ νὰ ἀπαγορεύσει σὲ ἕναν ρατσιστὴ νὰ
ἐκφράσει τὰ πιστεύω του, ἀλλὰ δὲν θὰ τοῦ ἀπαγορεύσει καὶ νὰ σκέφτεται
ρατσιστικὰ καὶ τὸ πιὸ βασικὸ εἶναι ἡ σκέψεις μας νὰ μὴν εἶναι ρατσιστικές,
ὁπότε καὶ ὁ λόγος μας καὶ οἱ πράξεις μας θὰ ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ
φαινόμενο αὐτό.
12 November 2013
Ἠλίας Βενέζης καὶ Ἀττατοὺρκ
Γράφει ὁ
Ἰωακεὶμ Α. Χατζητιμοθεάδης
Τὴ χρονιὰ
ποὺ φεύγει, συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ λογοτέχνη Ἠλία
Βενέζη ( Ἠλίας Μέλλος, Κυδωνίες (Ἀϊβαλί), 4
Μαρτίου 1904 -Ἀθήνα, 3 Αὐγούστου 1973).
Δὲν
χρειάζεται νὰ γράψω πολλὰ γιὰ τὸν μεγάλο αὐτὸν ἄνθρωπο τῶν γραμμάτων. Ἀπὸ τὰ
πιὸ γνωστά του ἔργα εἶναι «Τὸ νούμερο 31328». Σὲ αὐτὸ μᾶς περιγράφει τὶς
ἐμπειρίες ποὺ εἶχε ὡς αἰχμάλωτός τῶν Κεμαλικῶν ἐργατικῶν ταγμάτων γιὰ 14 μῆνες.
Πάρα πολλὲς
οἱ προσπάθειες ποὺ ἔχω κάνει νὰ διαβάσω τὸ βιβλίο αὐτό. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς
σελίδες σταματάω τὸ διάβασμα διότι οἱ ζωντανές του περιγραφὲς ποὺ στάζουν αἷμα
καὶ εἶναι γεμάτες πόνο, μοῦ δημιουργοῦν αἰσθήματα μίσους. Ὅσοι τὸ ἔχετε
διαβάσει καταλαβαίνετε τί ἐννοῶ.
Δὲν ἐπιθυμῶ
νὰ γράψω ἄλλα. Θ ἀφήσω τὸν συγγραφέα νὰ μᾶς ταξιδέψει στὰ χρόνια ἐκεῖνα τὰ
μαῦρα. Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἀπὸ «Τὸ νούμερο» καὶ θὰ ἤθελα πολὺ νὰ ἀφιερωθεῖ στοὺς
συμπατριῶτες μου Ἕλληνες ποὺ δὲν τοὺς νοιάζει καὶ πολὺ ποὺ ὁ Κεμὰλ Ἀταττοὺρκ
τιμᾶται σὲ χῶρο ἑλλαδικὸ («Μουσεῖο Κεμὰλ Ἀταττούρκ», Θεσσαλονίκη).
«Νυχτωθήκαμε
στὸ Ἁγιασμάτ. Μᾶς πῆγαν σ’ ἕνα σκοτεινὸ χαμηλὸ χτίριο. Μόλις μπήκαμε μέσα μᾶς
χτύπησε μιὰ μυρουδιὰ ἀπὸ κοπριά, ἀπὸ θειάφι κι ἁγιοσύνη. Καταλάβαμε πὼς
πρόκειται γιὰ ἕναν οἶκο τοῦ Ὑψίστου ποὺ χρησίμευε τώρα γιὰ στάβλος ἢ ἀποθήκη.
Νεκρή
ἡσυχία βασίλευε. Χύσαμε μὲ τὶς χοῦφτες τὸ θόρυβο ποὺ ἔβγαινε ἀπ’ τὰ πικραμένα
στόματά μας. Ὕστερα ξαπλώσαμε πάνω στὶς πλάκες ὅπως βρεθήκαμε ὁ καθένας. Ὁ
Ἀργύρης κοντά μου. Στὸ βάθος, πρὸς τὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ, πῆγε ἡ φαμίλια. Τὸ
καταλαβαίνω ἀπ’ τὸ παιδάκι ποὺ κλαίει. Θὰ φοβᾶται τὸ πολὺ σκοτάδι.
Η
πόρτα ἔκλεισε. Εἴμαστε μονάχοι οἱ σκλάβοι. Πέρασε ἴσαμε μιὰ ὥρα. Ἀπὸ καιρὸ σὲ
καιρό, σὲ ἀραιὰ διαστήματα, γινόταν σιωπή. Ὕστερα ἀκουγόταν ἕνα μουγκριχτὸ σὲ
μίαν ἄκρη – κάποιος σύντροφός μας. Κι ὅσο προχωροῦσε ἡ νύχτα, αὐτὲς οἱ βαριὲς
ὑπόκωφες κραυγὲς ὁλοένα πολλαπλασιάζουνταν. Τὰ μισόγυμνα κορμιά, ὅσα δὲν ἦταν
δουλεμένα στὴν τραχιὰ ζωή, σπαράζαν. Ὅσο περπατᾶς δὲν καταλαβαίνεις τίποτα ἀπ’
τὸ ὕπουλο ἔργο ποὺ γίνεται κάτου ἀπ’ τὸ πετσί, μὲς στὰ νεῦρα. Μὰ μόλις καθίσεις
εἶναι ἀδύνατο πιὰ νὰ σαλέψεις χωρὶς νὰ δαγκάνεις, νὰ βγεῖ αἷμα ἀπ’ τὸν πόνο.
Πεινούσαμε.
- Ἠλία, θὰ
βαστάξουμε, δὲν εἶναι ἔτσι;… μὲ ξαναρωτᾶ ὁ Ἀργύρης, νὰ πάρει κουράγιο ἀπὸ μένα.
Κ’ ἐγὼ θέλω
νὰ μὴ λιποψυχήσω:
- Θὰ
βαστάξουμε, Ἀργύρη.
- Ἐλπίζεις;…
- Ἐλπίζω.
Λίγο
ἔπειτά μοῦ παραπονιέται γιὰ τὰ πόδια του. Τὸ ἕνα, ποὺ ἦταν ὁλότελα γυμνό,
ἄρχισε νὰ πρήζεται, νὰ κάνει φουσκαλίδες. Ἕνα δυὸ ἀπ’ αὐτὲς σπάσαν στὸ δρόμο
καὶ τσούζουν. Καὶ τὸ ἄλλο, μὲ τὴ συντροφικὴ παπούτσα, εἶχε πληγώσει. Δὲν μπορῶ
νὰ ξεχωρίσω τὸ ὡραῖο χλωμό του πρόσωπο ἐπειδὴ εἶναι σκοτάδι. Μὰ τὸν ἀκούγω ποὺ
κλαίει σιγανά. Τοῦ λέω πὼς ὑποφέρω κ’ ἐγώ, σώπα.
Ξεχνιέται
μιὰ στιγμή, μὰ πάλι ξανάρχεται στὸ ἴδιο μοτίβο:
- Ἠλία
ἀδερφάκι μου, μπᾶς καὶ δὲ βαστάξουμε;…
Θα
ἦταν ἕντεκα ἡ ὥρα, τὴ νύχτα, ὅταν ἔτριξε ἡ πόρτα. Δυὸ τρεῖς στρατιῶτες μιλοῦσαν
σιγανά. Στριμώχτηκα κοντὰ στὸν Ἀργύρη, κ’ ἐκεῖνος σιμά μου, καὶ βλέπαμε. Ἕνα
φῶς ἄναψε. Ἕνα κερί. Οἱ στρατιῶτες ἄρχισαν νὰ ψάχνουν. Σκύβουν μὲ τὸ κερὶ στὰ
πρόσωπα καὶ κοιτάζουν. Γυρεύουν.
Σαν
φτάξανε σ’ ἐμᾶς, στὰ δυὸ ἀγόρια, στάθηκαν.
- Θέλεις;
λέει ὁ ἕνας δείχνοντας τὸν Ἀργύρη.
Ὁ ἄλλος
σκέφτηκε, ὕστερα λέει;
- Ὄχι γιὰ
τὴν ὥρα.
- Τὴ
γυναίκα;
- Ναί.
- Θὰ
περιμένεις σειρά, λέει ὁ πρῶτος.
- Θὰ
περιμένω.
Ἀπομακρύνουνται.
Ο
Ἀργύρης τὰ καταλαβαίνει ὅλα, γιατί ξέρει τούρκικα. Μὰ κ’ ἐγὼ τὸ ὑποπτεύουμαι.
Εἶναι τόσο κοντά μου, ἀκούγω τὴν καρδιά του ποὺ χτυπᾶ γρήγορα. Μὰ γρήγορα.
Σφίγγεται πάνω μου.
- Ἠλία…
μουρμουρίζει συγκινημένος. Ά, «αὐτὸ» ὄχι! Ὄχι!
Κ’
ἐμένα μ’ ἔχει περιχύσει ὁ ἴδρος ἀπ’ τὸ φόβο. «Αὐτὸ» δὲν τὸ εἶχα ὑποπτευτεῖ, δὲν
τὸ ὑπολόγιζα. Θυμοῦμαι μονομιᾶς ἕνα σωρὸ ἱστορίες ποὺ εἶχα ἀκουστά. Μιὰ ξαφνικὴ
ἀξιοπρέπεια τινάζεται σὰ λόχη μὲς ἀπὸ κεῖ, ἀπ’ τὸ ταπεινωμένο ζό. Μιὰ
περηφάνια, μὲς στὶς μύξες, στὴ γύμνια, στὰ δάκρυα – ναί, ἦταν ὁλότελα κωμικό.
Παίρνω
ἀμέσως τὴν ἀπόφαση:
- Ἀργύρη,
ἐγὼ θὰ προτιμήσω νὰ πεθάνω. Θὰ κάμω ὅ, τί μπορῶ…
Δεν
ἀκούγω τὴν ἀπάντησή του. Ἴσως γιατί τρέμει. Δὲ θέλει ν’ ἀγγίσει τὴ βεβαιότητα
πὼς δὲν πρόκειται νὰ ζήσουμε. Γιατί, γιατί εἶναι ἔτσι ὡραία νὰ ἔχεις μιὰ θερμὴ
καρδιά, νὰ εἶναι ἥλιος, ἡ θάλασσα…
- Ἀλλὰ
«αὐτὸ» ὄχι… Ὄχι «αὐτὸ» μουρμούρισε πάλι.
Το
κερὶ ἔφταξε στὸν προορισμό του, στὸ Ἱερό. Ἀκοῦμε μιὰ στριγγιὰ γυναικεία κραυγὴ
ποὺ ξεπετιέται ἀπὸ κεῖ, στὸ βάθος· χαστουκίζει γιὰ ἕνα γρήγορο λεπτὸ τὸν πικρὸν
ἀγέρα. Ὕστερα ἄλλη μιὰ κραυγή. Μὰ τούτη σβήνει ἀπότομα ἀπὸ κάποιο χέρι ποὺ
βούλωσε τὸ στόμα ποὺ φώναζε. Οἱ στρατιῶτες, φαίνεται, νοιάζουνταν νὰ μὴ γίνει
θόρυβος.
Οι
σύντροφοι σηκώνουνται σιωπηλά, μὲ προφύλαξη, καὶ κουνιοῦνται πρὸς τὸ Ἱερό, νὰ
δοῦν. Σηκώνουμαι κ’ ἐγὼ καὶ πάω κοντά, τοῖχο τοῖχο, κρυμμένος στὸ μισοσκόταδο.
Η
γυναίκα βαστοῦσε τὸν ἄντρα της μὲ τὰ δυὸ χέρια καὶ δὲν ἤθελε νὰ ξεκολλήσει. Τὸ
παιδάκι εἶναι ξαπλωμένο ἀνάμεσά τους. Δὲν ξύπνησε ἀκόμα. Μιὰ μπούκλα γεμάτη
σκόνη ἔχει κολλήσει πάνω στὸ πρόσωπο, πέφτει καὶ πλάι, στὸ κατεβασμένο βλέφαρο.
Εἶναι τόσο ἥμερο – μιὰ μπούκλα. Θὰ ὀνειρευόταν. Ὁ στρατιώτης τραβοῦσε τὴ
γυναίκα, στὴν ἀρχὴ ἀδύνατα, ἤθελε νὰ εἶναι ἁβρός. Μὰ ὁλοένα δυνάμωνε, ὁλοένα,
τὸ τράβηγμα. Ἀνυπομονοῦσε. Τὰ μάτια τοῦ ἦταν τεζαρισμένα ἀπ’ τὴν ἐπιθυμία καί,
ὅπως ἡ ἀντίσταση τῆς γυναίκας συνεχιζόταν, μιὰ γρήγορη λάμψη χίμηξε μέσα τους
καὶ τὰ ἄλειψε μὲ φῶς.
- Γλιτῶστε
μέ!... Γλιτῶστε μέ!...
Ο
ἄντρας ἀκούει τὴ γυναίκα του. Ἔχει ἕνα χαμένο ὕφος, ἡ μιλιὰ εἶναι δεμένη μὲς
στὸ στόμα του, ἀλυχτοῦσε νὰ βγεῖ. Δὲν ἔβγαινε.
- Κ’ ἐσὺ δὲ
μὲ σκοτώνεις! Τοῦ φώναζε ἡ γυναίκα μὲ ἀπελπισμένη ὀργή. Δὲ μὲ σκοτώνεις!...
Συγκινημένος,
χαμένος, κατορθώνει τέλος νὰ ἱκετέψει τοὺς στρατιῶτες:
- Λυπηθεῖτε
μας!... Λυπηθεῖτε μας!...
Ανασηκώθηκε
λίγο πρὸς τὰ μπρός, ἔκαμε μιὰ προσπάθεια νὰ κρατηθεῖ σ’ αὐτὴ τὴ στάση τῆς
ἀδέξιας γονυκλισίας.
Μια
κλωτσιὰ στὰ πλευρά. Ὁ μεγάλος ὄγκος τοῦ ἔπεσε ἀπότομα πίσω. Κ’ ἡ γυναίκα ἔχασε
τὴν ἐπαφὴ μαζί του. Ἔκαμε νὰ πιαστεῖ κάπου, κι ἅρπαξε τὸ ποδαράκι τοῦ παιδιοῦ.
Κι αὐτό, ποὺ ξύπνησε, ξεφώνιζε μαζί της:
-
Μητερούλα!... Μητερούλα!...
Ένα
μικρὸ διάστημα τὴ σέρναν. Ἔσερνε καὶ τὸ παιδάκι μαζί της. Ὕστερά το παράτησε.
Βγήκαν
ἀπ’ τὸ Ἱερό. Σταμάτησαν κοντὰ στὴν εἴσιδι, πίσω ἀπὸ μιὰ κολόνα. Ἕνας τους πῆρε
μιὰ πλατιὰ σανιδένια τάβλα, ποὺ ἦταν στὴν πόρτα, καὶ τὴν ἀκούμπησε στὴν κολόνα,
νὰ προφυλάξει τὸ μέρος νὰ μὴ βλέπουμε. Μὰ γιὰ τὸ σκοπὸ τοῦτον ἡ τάβλα ἦταν
μικρή, πιὸ μικρὴ ἀπ’ τὸ μπόι τοῦ ἀνθρώπου. Λίγα πράματα μονάχα κρύβουνταν.
- Ἐδῶ
μέσα!... Μπρὸς στὰ μάτια μας!... μουρμουρίζει ἕνας μὲ φρίκη. Τὰ σκυλιά!
- Σούτ!
Κάνει κάποιος ἄλλος.
Κρυμμένοι
μὲς στὸ σκοτάδι εἴχαμε κολλήσει τὰ μάτια ἐκεῖ. Οἱ καρδιὲς χτυποῦσαν, Κοιτάζαμε
μὲ περιέργεια ἀδυσώπητη, σὰ λύσσα, μὴ μᾶς φύγει καὶ ἡ ἐλάχιστη λεπτομέρεια. Ὁ
ἕνας στρατιώτης πολεμοῦσε νὰ ρίξει τὴ γυναίκα ἀνάσκελα χάμου. Δὲν ἔπεφτε. Τότες
τὴν ἐπίασαν οἱ δυὸ ἀπ’ τὰ χέρια κι ὁ τρίτος ἀπ’ τὰ ποδάρια. Ἄφησαν πιὰ κατὰ
μέρος τὴν ἀβρότητα. Τὰ χέρια τους, τὰ κορμιὰ τοὺς δουλεῦαν μὲ γρήγορες νευρικὲς
κινήσεις, δὲν ἄντεχαν πιά. Τὴν ξαπλῶσαν ἀνάσκελα. Ὁ μεσαῖος στρατιώτης βιαζόταν
νὰ τὴ λευτερώσει ἀπὸ ἕνα δυὸ ροῦχα. Οἱ ἄλλοι τὴν κρατοῦσαν μὲ τὰ χέρια
κολλημένα πάνου στὸ στῆθος. Γιὰ μιὰ τελευταία φορὰ πολέμησε νὰ μαζέψει τὶς
δυνάμεις της, ν’ ἀντισταθεῖ. Ξέφυγε, στριφογύρισε σὰ φίδι, οὐρλιάζοντας:
- Σκοτῶστε
μέ! Σκοτῶστε μέ!
Τη
φέραν πάλι στὰ ἴδια, ἀνάσκελα, μὲ κολλημένα πάνω της τὰ τρία ζευγάρια χέρια. Μὴ
ἔχοντας πιὰ νὰ κάμει τίποτα ἄλλο, ἐπίασε νὰ χτυπᾶ τὸ κεφάλι τῆς ἀπανωτά,
ἀπελπισμένα, στὶς πλάκες. Ὁ βουβὸς κρότος νοιαζόταν νὰ διατηρηθεῖ μιὰ στιγμὴ
μὲς στὶς φωνές της, ποὺ ὁλοένα ἀδυνάτιζαν.
Τέλος
μέρεψε ὁριστικά. Ἄκουγες μονάχα ἕνα σιγανό, κλαμένο μουρμουρητό, ἕνα παράπονο.
Καὶ πολὺ ἀραιά, ἕνα δυὸ τελευταῖα χτυπήματα τοῦ κεφαλιοῦ στὶς πλάκες – κάτι
καθυστερημένα χειροκροτήματα μὲς στὴ λαχανιασμένη ἀνάσα τοῦ ζοῦ, ἀπὸ πάνω της,
ποὺ «ἐκφραζόταν».
Γύρισα
τὰ μάτια. Δυὸ τρεῖς σύντροφοι εἶχαν μαζευτεῖ κοντὰ κοντά, ὁλόρθοι, καὶ κάνανε
ἕνα παραπέτασμα γύρω στὸν ἄντρα της, νὰ μὴ βλέπει. Εἶχε ζαρώσει ἐκεῖ,
κουρελιασμένος, μισόγυμνος, συντριμμένος, ἔσκυβε πάνου στὸ παιδάκι του μὲ τὶς
μποῦκλες ποὺ βέλαζε, τὸ’ σφίγγε.
- Πῶς θὰ τὸ
βαστάξω;… Πῶς θὰ τὸ βαστάξω;… μουρμούριζε μὲς στὰ δάκρυά του.
Ένας
ἀπ’ τοὺς δικούς μας θέλησε νὰ τὸν ἡσυχάσει.
- Σύντροφε,
δὲν εἶναι ντροπή. Ὅλοι μας μιὰ μέρα μποροῦμε νὰ τὸ βεβαιώσουμε πόσο ἦταν
ἀδύνατο νὰ κάμεις τίποτα…
Ο
σιγανὸς ὀλολυγμὸς ἐρχόταν ὁλοένα πιὸ ἀδύνατος ἀπ’ τὸ ἄλλο τὸ φτωχὸ
μισολιποθυμισμένο πλάσμα ἐκεῖ. Περνοῦσε μὲς ἀπ’ τὸ προπέτασμα ποὺ κάναμε γύρω
στὸν ἄντρα της, ἔφτανε σᾶ λυρικὴ νότα, ἕνας στίχος μὲ σούρουπο, ἕνα «παρών».
- Δὲν εἶναι ντροπή,
σύντροφε…
- Μὰ εἶναι
γι’ αὐτὸ τώρα;… τινάζεται ἀπελπισμένα. Δὲν τὴν ἀκοῦτε ἐκεῖ χωρὶς βοήθεια; Τώρα
τί νὰ κάμω! Τώρα! Τώρα!»
20 October 2013
Ναι στον πολιτιστικό τουρισμό, Όχι στο «Μουσείο Κεμάλ Αταττούρκ»
Προσφάτως,
εγκαινιάστηκε σε Ελλαδικό έδαφος το «Μουσείο Κεμάλ Αταττούρκ» και υπήρξαν και
Έλληνες αξιωματούχοι που παραβρέθηκαν
στο συγκεκριμένο γεγονός˙ μία ημέρα θλίψης και πικρίας για κάθε Έλληνα που
σέβεται τον εαυτό του, την ιστορία του και τούς προγόνους του.
Η Τουρκική
Δημοκρατία έχει κάθε δικαίωμα να θεωρεί τον Αταττούρκ ήρωα και εθνοπατέρα, αλλά
η Ιστορία έχει αποδείξει ότι ο άνθρωπος αυτός επιδίωξε και κατάφερε να
ονομαστεί «σφαγέας» τών Ελλήνων τής Μικράς Ασίας και τού Πόντου, αλλά και άλλων
μη τουρκικών λαών τής άλλοτε παντοδύναμης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Είναι μεγάλη
προσβολή εμείς οι Έλληνες να μην σεβόμαστε τα μαρτύρια τών προγόνων μας και να
τιμούμε τον άνθρωπο-εμπνευστή τής γενοκτονίας εκατομμυρίων ανθρώπων και όλα
αυτά στον βωμό τού χρήματος, διότι οι Έλληνες υποστηρικτές τού Μουσείου τονίζουν
ότι με αυτόν τον τρόπο θα προσελκύσει η Βόρεια Ελλάδα Τούρκους τουρίστες.
Είμαι μέλος τού
Διοικητικού Συμβουλίου τής Μικρασιατικής Εστίας Νομού Πέλλας, ενός συλλόγου τα
μέλη τού οποίου έχουν ακούσει από παππούδες και γιαγιάδες (όχι από κάποια
βιβλία ιστορίας, αλλά απευθείας από τούς μάρτυρες τών γεγονότων) πώς το επίσημο
κράτος τής Τουρκίας τών Νεότουρκων τούς κατεδίωξε βιαίως. Κι όμως, εμείς οι
απόγονοι αυτών τών ανθρώπων, διατηρούμε καλές πολιτιστικές σχέσεις με
σημερινούς Τούρκους και επιθυμούμε τούς Τούρκους τουρίστες που θα επισκεφτούν
οθωμανικά μνημεία, ιστορικά και θρησκευτικά. Η Εστία μας το έχει αποδείξει με
την μελέτη και προώθηση τέτοιων μνημείων Οθωμανικού πολιτισμού τής περιοχής
μας. Μην ξεχνάμε ότι τα Γιαννιτσά ήταν μία Οθωμανική πόλη και οι Έλληνες δεν το
κρύβουμε αυτό, διότι ούτε το όνομα τής πόλης αλλάξαμε· θα μπορούσαμε να την
είχαμε μετονομάσει σε Νεάπολη, για παράδειγμα. Θέλουμε την αποκατάσταση
μνημείων Οθωμανικού πολιτισμού, διότι είμαστε άνθρωποι πολιτισμένοι και αυτά τα
μνημεία πρέπει να επιδιώξουμε να τα επισκεφτούν οι γείτονες Τούρκοι.
Στην περίπτωση
τού «Μουσείου Κεμάλ Αταττούρκ» προδίδουμε τούς πατεράδες μας και τις μανάδες
μας, τών οποίων τα ιερά λείψανα τών σφαγιασμένων κορμιών τους παρέμειναν στη Μικρά
Ασία και τον Πόντο. Με τη βοήθεια τού Αταττούρκ, στελέχη τού Γερμανικού στρατού
εκείνης τής εποχής έκαναν δοκιμές μεθόδων γενοκτονίας για να τις
χρησιμοποιήσουν αργότερα εις βάρος τών Εβραίων.
Ο πολιτιστικός
τουρισμός έχει ως στόχο την επίσκεψη τών πολιτιστικών μνημείων ενός λαού. Δεν
πιστεύω ότι η οικία ενός σφαγέα λαών είναι πολιτιστικό μνημείο. Έχουμε στα
Γιαννιτσά πολλά αξιόλογα μνημεία οθωμανικής προέλευσης και επιθυμούμε τη
συντήρηση αυτών, αλλά το να τιμά η Ελλάδα τον εξολοθρευτή τέκνων της, είναι
μεγάλη ασέβεια και δεν έχει καμία σχέση με την λέξη ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, κάθε άλλο
υποδηλώνει ότι οι Έλληνες υποστηρικτές τού Μουσείου αυτού μπορούν να ονομασθούν
απολίτιστοι.
Τελειώνοντας,
έχω να κάνω μία επιχειρηματική πρόταση στους Έλληνες που επιθυμούν το Μουσείο
για να έχουμε εισροή τουριστικών κεφαλαίων στη χώρα μας. Ο σεξοτουρισμός ήταν πάντοτε
σε άνθιση και αφού η ανθρώπινη φύση δύσκολα θα αλλάξει, τότε και ο
σεξοτουρισμός δεν θα έχει ποτέ κάμψη.
Τούς προτείνω
λοιπόν να οργανώσουν αυτόν τον τουρισμό και να χρησιμοποιήσουν αδελφές, κόρες
και υιούς (ως σωστοί τουριστικοί επιχειρηματίες πρέπει να καλύψουν ΟΛΑ τα
γούστα τών πελατών, όχι μόνο gay parades
να οργανώνουν), ακόμη και τις μητέρες, διότι υπάρχουν κι αυτοί που τούς αρέσει
η προχωρημένη ηλικία στο σεξ.
Αφού δεν είναι
ανήθικο να υπάρχει σε Ελλαδικό χώρο μουσείο αφιερωμένο σε κάποιον που η
πολιτική του ήταν να οργανώσει γενοκτονίες λαών, τότε δεν είναι καθόλου ανήθικο
εσείς που επιθυμείτε αυτό το Μουσείο, να προσφέρουν τα μέλη τών οικογενειών σας
τις υπηρεσίες τους για το καλό τής πατρίδος.
Αφού το χρήμα
είναι ο θεός σας, τότε επιβάλλεται τα κορίτσια σας και οι αδελφές σας να
βοηθήσουν την πατρίδα.
Ντρέπομαι που
γράφω αυτά, αλλά μόνο με αυτή τη γλώσσα μπορούν κάποιοι να ξυπνήσουν από τον
λήθαργο όπου κοιμούνται βαρέως.
Με λύπη μεγάλη και ντροπή,
Ιωακείμ Α. Χατζητιμοθεάδης
Γιαννιτσά
11 August 2013
Σκοπιανά αυτοκίνητα με πινακίδες ΜΚ στην πλατεία τού ήρωα Γκόνου
Σάββατο
πρωί περνούσα με το αυτοκίνητό μου από τη κεντρική πλατεία τής πόλης μας, αυτή
που πήρε το όνομα τού συντοπίτη μας Μακεδόνα ήρωα, τού Γκόνου Γιώτα και ένοιωσα
θλίψη και πικρία μεγάλη για αυτό που είδα.
Τα
μάτια μου έβλεπαν ένα αυτοκίνητο που προσπαθούσε να παρκάρει και οι πινακίδες
είχαν τα γράμματα ΜΚ ως χώρα προέλευσης. Καταλάβατε πολύ καλά ότι ήταν
προέλευσης Σκοπιανής, αλλά με γράμματα που υποδήλωναν το όνομα Μακεδονία ως
χώρα προέλευσης.
Ξαφνικό
ρίγος μού ήρθε. Λίγα μέτρα πιο εκεί μπορούσα να αντικρίσω την προτομή τού
Γκόνου και θύμωσα. Πατούσα την κόρνα και ο κόσμος έβλεπε έναν τρελό που έκαμνε
νοήματα στους επιβάτες ενός αυτοκινήτου με αλλοδαπές πινακίδες.
Οι
επιβάτες με κοίταζαν παράξενα και πιο πολύ θυμάμαι το βλέμμα τού παιδιού τού
μικρού που με κοιτούσε από το παράθυρο τού πίσω καθίσματος όπου κάθονταν. Είχε
λίγο τρομοκρατηθεί.
Αυτό
το παιδί δεν φταίει σε τίποτα. Δεν γνωρίζει τι θα πει βρώμικη πολιτική
συμφερόντων. Σταμάτησα να φέρομαι ως ένας μανιακός και συνέχισα τον δρόμο μου
για το σπίτι.
Εδώ,
στο σπίτι μου, αποφάσισα να γράψω αυτή την επιστολή και να παρακαλέσω τούς
βουλευτές μας να ζητήσουν από την Ελληνική Αστυνομία να επιβληθεί ο νόμος. Να
με διορθώσει όποιος επιθυμεί, εάν κάνω λάθος, αλλά με πληροφόρησαν ότι όταν
αυτοκίνητα Σκοπιανά εισέρχονται στον ελλαδικό χώρο με πινακίδες ΜΚ (ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ)
τότε οι ελληνικές αρχές καλύπτουν τα γράμματα ΜΚ με ένα αυτοκόλλητο.
Ο
κύριος Αβραμόπουλος έπραξε σωστά, προ ημερών στις Η.Π.Α., συνομιλώντας με έναν
Σκοπιανό δημοσιογράφο, όταν ερωτηθείς από τον Σκοπιανό απήντησε, «Και γιατί δε
μιλάς ελληνικά, παιδάκι μου;»
Κυρία
και κύριοι βουλευτές τού Νομού Πέλλης,
Σας
παρακαλώ πολύ να ζητήσετε από την ΕΛ.ΑΣ., να σταματούν Σκοπιανά αυτοκίνητα που
κυκλοφορούν στους δρόμους τής πατρίδας μας με ΜΚ πινακίδες και να εφαρμόζεται ο
νόμος. Εμείς, οι απλοί πολίτες, δεν έχουμε το δικαίωμα να επιβάλλουμε την
εφαρμογή ενός νόμου. Αυτή είναι ευθύνη και καθήκον τής αστυνομίας. Αλλά και οι
άνθρωποι τής ΕΛ.ΑΣ. πράττουν βάσει εντολών και εδώ έχουν ευθύνη οι βουλευτές.
Οφείλετε
και οφείλουμε τιμή και σεβασμό σε άτομα σαν τον Γκόνο Γιώτα. Οι πράξεις, οι
θυσίες και οι θάνατοι τέτοιων ανθρώπων, σάς έχουν δώσει το προνόμιο να λέγεστε
βουλευτές Νομού Πέλλης.
Ελπίζω
την επόμενη φορά που ένα τέτοιο όχημα βρεθεί στην πόλη μας, να μην είμαι ο
μοναδικός με την αντίδραση τού «τρελού», αλλά και άλλοι συμπολίτες μου να
πράξουν αναλόγως.
Ι.Α. Χατζητιμοθεάδης
Γιαννιτσά
Subscribe to:
Posts (Atom)


